Αναζητώντας Δημοκρατικό Αντίπαλο για τον Ντόναλντ Τραμπ

Η πρωτη (και τελευταία;) τετραετία Τραμπ, φτάνει στο τέλος της το Νοέμβριο. Το σοκ που κατέκλυσε τον πλανήτη τη νύχτα που έγινε πραγματικότητα η προφητεία των Simpsons, ακολούθησε ο τρόμος και στη συνέχεια η αποδοχή. Θα μπορούσαν τα πράγματα να πάνε χειρότερα; Σίγουρα ναι. Θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα; Μάλλον όχι.

Η αντιμετώπιση του Τραμπ από το Δημοκρατικό Κόμμα, ήταν ίσως η πιο βολική για τον ίδιο. Εκφράστηκε από μια γραμμή που εκτεινόταν σε τρεις πυλώνες κριτικής: Μία αρκετά εστέτ που του καταλόγιζε άγνοια των ζητημάτων ασφάλειας κι εξωτερικής πολιτικής, μία σχεδόν ηθικοπλαστική περί αλλοίωσης των αμερικάνικων αξιών από την ωμότητα των λόγων και της συμπεριφοράς του. Και μία ακόμα, που αρχίζει και τελειώνει στη λέξη “impeachment”, που πάει να πει «καθαίρεση».

Στα πέριξ της επίσημης γραμμής, η ριζοσπαστική πτέρυγα του κόμματος που άρχισε να συγκροτείται από την καμπάνια του Μπέρνι Σάντερς στα τέλη του 2015, τράβηξε άλλο δρόμο. Με έμφαση στο κοινωνικό ζήτημα, τους μισθούς, την εργασία, την υγειονομική περίθαλψη και το περιβάλλον, αυτή η πτέρυγα στόχευσε στον πυρήνα της πολιτικής του Τραμπ και του ρεπουμπλικανικού κόμματος και πολύ λιγότερο στα aesthetics.

Αναπόφευκτα, αυτές οι δύο τάσεις εντός του Δημοκρατικού Κόμματος θα συγκρούονταν στις primaries, δηλαδή στη διαδικασία ανάδειξης του/της υποψήφιου/ας Προέδρου που θα αντιμετωπίσει τον Τραμπ τις εθνικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2020.

 

Για μια θέση στον ήλιο

Η κούρσα ξεκίνησε έχοντας στη βιτρίνα τους δύο αυθεντικούς εκπροσώπους των δύο μεγαλύτερων τάσεων. Από τη μία ο εκφραστής της μετριοπαθούς πτέρυγας, πρώην Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ επί Ομπάμα, Τζο Μπάιντεν κι από την άλλη ο ριζοσπάστης γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς. Πίσω από αυτούς, προσπαθώντας να πετύχουν μία μίξη «κατεστημένων πολιτικών» με προοδευτικό πρόσημο, είναι η γερουσιαστής από τη Μασαχουσέτη, Ελίζαμπεθ Γουόρεν, o δήμαρχος του Σάουθ Μπέντ της Ιντιάνα, Πιτ Μπούτιτζετζ ενώ στο πιο modest στρατόπεδο εντάσσονται η γερουσιαστής από τη Μινεσότα Έιμι Κλόμπουσαρ και φυσικά, ο δισεκατομμυριούχος πρώην ρεπουμπλικάνος δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Μάικλ Μπλούμπεργκ.

 

Επί της διαδικασίας

Οι προκριματικές εσωκομματικές εκλογές διεξάγονται ήδη από τις 3 Φεβρουαρίου (και θα τελειώσουν στις 6 Ιουνίου), σε κάθε μία από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ, την Περιφέρεια της Κολούμπια, τις 5 αμερικανικές εκτάσεις εκτός ΗΠΑ (Αμερικανική Σαμόα, Γκουάμ, Βόρειες Μαριάνες Νήσοι, Παρθένες Νήσοι, Πουέρτο Ρίκο) και στην ενιαία εκλογική περιφέρεια κατοίκων εξωτερικού. Το κόμμα που έχει εν ενεργεία Πρόεδρο στην πρώτη του θητεία, είθισται να μην διεξάγει primaries, όπως συμβαίνει φέτος με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Με βάση τα αποτελέσματα που θα διαμορφωθούν, την τελική απόφαση θα πάρει το Συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος τον Ιούλιο στο – «σπίτι» του Γιάννη Αντετοκούνμπο – Fiserv Forum του Μιλγουόκι.

Τώρα, βγάλτε σημειωματάρια και κομπιουτεράκια.

Οι συνολικοί σύνεδροι είναι 4.750. 3.979 από αυτούς, προκύπτουν από τις προκριματικές εκλογές σε κάθε πολιτεία κι εκπροσωπούν αναλογικά τη δύναμη κάθε υποψηφίου σε αυτή. Οι υπόλοιποι 771 είναι οι superdelegates, κυρίως η ηγεσία και τα ιστορικά στελέχη (πρώην Πρόεδροι, Κυβερνήτες, Γερουσιαστές, κ.α.) του Δημοκρατικού Κόμματος οι οποίοι συμμετέχουν αριστίνδιν στη διαδικασία. Αν κάποιος από τους υποψήφιους καταφέρει να συγκεντρώσει το 50% +1 των ψήφων στις primaries, δηλαδή 1.990 συνέδρους, τότε αυτόματα παίρνει το χρίσμα καθώς στον πρώτο γύρο ψηφοφορίας, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου οι superdelegates. Αν όμως, το Συνέδριο ξεκινήσει χωρίς κάποιος να συγκεντρώνει αυτό το νούμερο, τότε ο πρώτος γύρος ψηφοφορίας ολοκληρώνεται χωρίς νικητή και στο δεύτερο γύρο all bets are off: Οι 4.750 ψηφίζουν κατά βούληση, μέχρι κάποιος υποψήφιος να φτάσει στο μαγικό αριθμό 2.376.

Η κατάσταση μέχρι στιγμής

Μέχρι στιγμής, μετά τις εκλογές στις πρώτες πολιτείες που έκαναν ποδαρικό στη διαδικασία, δηλαδή την Άιοβα και το Νιου Χάμσιρ, υπάρχουν τέσσερις διαπιστώσεις.
α) ο Σάντερς αυτή τη στιγμή είναι frontrunner (προπορεύεται και συγκρατημένα θεωρείται φαβορί, θα επανέλθω παρακάτω). 
β) ο Μπούτιτζετζ έχει μια κάπως ανέλπιστη δυναμική.
γ) η υποψηφιότητα Μπάιντεν κατακρημνίζεται με ταχύτατους ρυθμούς.
δ) το Δημοκρατικό Κόμμα είναι αυτή τη στιγμή όχι απλά αδύναμο και διχασμένο, αλλά ανίκανο ακόμα και να κάνει εσωκομματικές εκλογές, όπως αποδείχθηκε με το επικό φιάσκο της Άοιβα.   

 

Πλησιάζει η μέρα που κρίνει (σχεδόν) τα πάντα

Την Τρίτη 3 Μαρτίου ξημερώνει η μέρα που, συνήθως, κρίνει το αποτέλεσμα. Η Super Tuesday, είναι η μέρα κατά την οποία θα εκλεγεί περίπου το 40% των εκπροσώπων στο Συνέδριο καθώς διεξάγονται primaries σε 15 διαφορετικές πολιτείες.

Η σημασία της Super Tuesday είναι ακόμα μεγαλύτερη φέτος, για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι στις 15 πολιτείες φέτος συμπεριλαμβάνονται και οι – μεγαλύτερες πολιτείες των ΗΠΑ σε πληθυσμό – Καλιφόρνια και Τέξας. Ο άλλος είναι ότι τότε θα μπει στην κούρσα το βαρύ όνομα (με το ακόμη βαρύτερο πορτοφόλι) του Μπλούμπεργκ. Αν υποθέσουμε ότι στις δύο αναμετρήσεις που μεσολαβούν μέχρι τις 3 Μαρτίου, σε Νεβάδα και Νότια Καρολίνα, ο Μπάιντεν – παρ’ ότι στη δεύτερη μπορεί να επικρατήσει – δεν πρόκειται να ρεφάρει το τραγικό του ξεκίνημα, τότε όλες οι ελπίδες των μετριοπαθών Δημοκρατικών θα αφεθούν πάνω στον Μπλούμπεργκ και τα άφθονα δολάρια του, για να κοντράρει τον Σάντερς.

Από την άλλη, καλός ο ενθουσιασμός και το παγκόσμιο hype για τον θείο Μπέρνι, καλύτερος ο ρεαλισμός όμως. Η υποψηφιότητα Σάντερς χαρακτηρίζεται (κυρίως) από τους αντιπάλους μεν, όχι άδικα δε, με τα ως τώρα δεδομένα, ως μία υποψηφιότητα “high floor but low ceiling”(με «υψηλό πάτωμα, χαμηλό ταβάνι» δηλαδή). Αυτό σημαίνει ότι μπορεί σχετικά εύκολα να εξασφαλίζει ποσοστά κοντά στο 22-25% σε κάθε πολιτεία, δύσκολα όμως μπορεί να καταγράψει ποσοστά που θα ξεπερνούν το 30% κι άρα θα δημιουργούν ξεκάθαρη παράσταση νίκης. Μιλάμε, φυσικά, για τον υποψήφιο με το πιο ξεκάθαρο, άμεσο και κρουστικό μήνυμα απ’ όλους, τον μόνο υποψήφιο που στηρίζεται αποκλειστικά στις δωρεές 10 και 20 δολαρίων από τον κόσμο και φυσικά τον άνθρωπο που στηρίζεται μαζικά από τους millennials και τη generation Z. Ταυτόχρονα όμως, μιλάμε και για τον υποψήφιο που κέρδισε μεν στην Άιοβα και το Νιου Χάμσιρ με 24% και 26% (not great, not terrible) αντίστοιχα, αλλά το 2016 αυτές οι πολιτείες του είχαν δώσει 49,6% και 60,7%. Επομένως, όσοι εκλέξατε τον «πρώτο αριστερό Πρόεδρο των ΗΠΑ», από την πρώτη εβδομάδα των προκριματικών, hold your horses γιατί η υπόθεση είναι εξαιρετικά περίπλοκη.

 

H ρεαλιστική προοπτική και το αισιόδοξο what if του Σάντερς

Η καμπάνια Σάντερς ξέρει πολύ καλά ότι δίνει μια μάχη σε ένα απολύτως εχθρικό περιβάλλον, κατά τη γνώμη μου απείρως εχθρικότερο από αυτό του 2016. Το 2016 έπιασε στον ύπνο ένα ολόκληρο οικοδόμημα που νόμιζε ότι η Χίλαρι θα κάνει περίπατο όχι μόνο στις primaries αλλά και στις εθνικές εκλογές. Τώρα για την αντιμετώπιση του Μπέρνι, δεν υπάρχει μόνο plan A (Μπάιντεν), αλλά plan B (Μπλούμπεργκ), plan C (Μπούτιτζετζ;) και σίγουρα το τελευταίο όριο είναι το Συνέδριο. Εκεί που αν ψηφίσουν και οι superdelegates, ο Σάντερς δεν έχει καμία ελπίδα.    

Από την άλλη βέβαια, ο Σάντερς και η καμπάνια του πάνε επίσης υποψιασμένοι στη μεγάλη μάχη, γνωρίζοντας ότι ο (εσωτερικός) αντίπαλος δεν έχει κανένα μα κανένα ενδοιασμό για να του φράξει το δρόμο για το χρίσμα. 

Με τα δεδομένα που υπάρχουν ως τώρα, ο Σάντερς ξέρει πως το καλύτερο σενάριο είναι να είναι πρώτος αλλά χωρίς απόλυτη πλειοψηφία πριν το Συνέδριο. Για να μιλήσουμε με νούμερα, ας πούμε ένα ποσοστό κοντά στο 26-28% και οριακό προβάδισμα στους εκλέκτορες. Σε ένα τέτοιο σενάριο θα μπει στο Συνέδριο και εκεί θα δώσει τον υπέρ πάντων αγώνα, γνωρίζοντας όμως εκ των προτέρων ότι έχει ελάχιστες πιθανότητες να είναι ο τελικός νικητής. Αυτή είναι η στρατηγική της έντιμης ήττας και θα κάνει το παν για να την αποφύγει.

Όλη η ιστορία των primaries είναι η δυναμική που μπορεί να καταγράψει ένας υποψήφιος όσο εξελίσσεται η διαδικασία. Το 2016, κανένας δεν συζητούσε ρεαλιστικά την πιθανότητα ο Τράμπ να κερδίσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων, μέχρι τη Super Tuesday στην οποία έκανε παρέλαση κερδίζοντας το 65% των εκλεκτόρων κι έγινε αυτόματα το αδιαφιλονίκητο φαβορί. Επομένως, αν ο Σάντερς σαρώσει τη Super Tuesday, τότε το πράγμα αλλάζει άρδην. Οι δημοσκοπήσεις, μέχρι στιγμής, τον δείχνουν δυνατό τόσο στην πιο προοδευτική Καλιφόρνια όσο και στο πιο συντηρητικό Τέξας, αλλά και σε εθνικό επίπεδο όπου καταγράφει διψήφιο προβάδισμα απέναντι σε κάθε άλλο συνυποψήφιο του. 

Αν ο Σάντερς δεν καταγράψει ξεκάθαρη νίκη και συνεχιστεί η – όχι τόσο ξεκάθαρη – εικόνα που υπάρχει σήμερα, τότε προμηνύεται πόλεμος μέχρις εσχάτων, χωρίς αρχές και χωρίς καμία αιδώ. Το Δημοκρατικό Κόμμα θα γίνει ένα διαρκές μεσημεριανάδικο και το Συνέδριό του θα προσφέρει άφθονο υλικό ξεκατινιάσματος που ίσως γίνει pay-per-view όπως οι αγώνες του Μεϊγουέδερ και του Μακ Γκρέγκορ.

 

Ο Τραμπ περιμένει στη γωνία

Αν υπάρχει κάποιος που θα ωφεληθεί από όλο αυτό, αυτός φυσικά είναι ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου. Ήταν δεδομένο ότι η κούρσα για το χρίσμα των Δημοκρατικών, όπως και να γινόταν, θα έβαζε σε δεύτερη μοίρα την εν εξελίξει διαδικασία διερεύνησης πιθανής κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποπομπή του. Όμως γι’ αυτόν, μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερο.

Το καλύτερο σενάριο για τον Τραμπ σήμερα είναι μια οριακή νίκη του Μπέρνι στις primaries, η οποία θα ανατραπεί μέσα σε καταγγελίες νοθείας, δωροδοκιών και διαφθοράς, τον Ιούλιο στο Συνέδριο των Δημοκρατικών, υπέρ του Μπάιντεν ή του Μπλούμπεργκ.  Αυτό σημαίνει ότι όταν ξεκινήσουν μετά το καλοκαίρι οι επίσημες καμπάνιες για τις εθνικές εκλογές, ο Τράμπ θα έχει απέναντι του όχι απλά έναν άνθρωπο που θα εκπροσωπεί την πολιτική ή την οικονομική ελίτ, αλλά κι έναν υποψήφιο που αναδείχθηκε υποψήφιος μέσα από διαδικασίες σήψης και παρακμής (είδατε ποσο ανέβηκαν, άλλωστε, οι τόνοι και στο debate πριν λίγες ώρες). Δηλαδή, έναν υποψήφιο που λογικά – για να το πούμε λαϊκά – θα τον γλεντήσει.

Από την άλλη, αν ο Μπέρνι κερδίσει καθαρά απέναντι σε θεούς και δαίμονες, τότε πάμε ίσως στην πιο σημαντική εκλογική αναμέτρηση που έγινε ποτέ, από καταβολής αστικής δημοκρατίας. 

 

Ο πλανήτης επικίνδυνο μέρος. Πώς γίνεται και νιώθω ευλογημένος;

Ο Τραμπ ξέρει ότι η βασική του απειλή είναι ο Σάντερς γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να φέρει πίσω στην κάλπη των Δημοκρατικών τις κοινωνικές ομάδες που έφεραν τον Τραμπ στο Λευκό Οίκο. Το βασικό είναι ότι ο σημερινός Πρόεδρος των ΗΠΑ γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους πως το κεντρικό επιχείρημα των πολέμιων του Μπέρνι, ότι δηλαδή ο Σάντερς δεν μπορεί να ενώσει το Κόμμα και είναι unelectable, δεν είναι απλά άτοπο, αλλά πλέον είναι και κάπως γελοίο. Γιατί στη χώρα που ο ίδιος ο Τράμπ, μέσα σε 6 μήνες ουσιαστικά διέλυσε και υπέταξε το αρχαιότερο κόμμα της και κατάφερε να γίνει Πρόεδρος, οι κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού έχουν αλλάξει. Είναι οι κανόνες που επέβαλλε ο ίδιος ο Τραμπ.

Το Δημοκρατικό Κόμμα αν παίξει με αυτούς τους κανόνες, θα χάσει. Έχασε ήδη το 2016, συνετρίβη στα επόμενα χρόνια με πάταγο. Η μόνη απειλή είναι από τις νέες δυνάμεις που μπορούν να μπουν στην εξίσωση. Τις νέες γενιές Αμερικανών, τους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, τα κοινωνικά στρώματα που δεν είδαν τελικά τη ζωή τους και τη χώρα να γίνεται Great Again. Αν αυτές οι δυνάμεις γίνουν παράγοντας που δρα στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, δια της υποψηφιότητας Σάντερς, τότε η ιστορία μπορεί να γραφτεί διαφορετικά. Αλλιώς, η δυστοπία θα διαρκέσει σίγουρα “Four More Years”.