Η ουκρανική αντεπίθεση δεν επιτυγχάνει τους σκοπούς της, αλλά οι διαπραγματεύσεις αργούν

Παναγιώτης Σωτήρης

Διαφημίστηκε για μήνες. Πάνω σε αυτή στηρίχτηκαν επανειλημμένες εκκλήσεις στους συμμάχους για να προσφερθούν οπλικά συστήματα τελευταίας γενιάς. Υποστηρίζεται με διάφορους τρόπους από τις δυτικές δυνάμεις. Όμως, παρ’ όλα αυτά η ουκρανική αντεπίθεση, που ήρθε μετά από αναμονή αρκετών μηνών, εξακολουθεί να μην φέρνει τα αποτελέσματα που ήθελαν όσοι τη σχεδίασαν.

Στα περισσότερα μέτωπα του πολέμου τα όποια εδαφικά κέρδη των ουκρανικών δυνάμεων είναι μικρά, την ώρα που οι απώλειες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.

Στα περισσότερα σημεία του μετώπου αποδεικνύεται ότι η πολύμηνη προετοιμασία των ουκρανικών δυνάμεων υπήρξε ταυτόχρονα και μια περίοδος προετοιμασίας και των ρωσικών δυνάμεων, που έχουν διαμορφώσει αλλεπάλληλες γραμμές αμυντικών και οχυρωματικών έργων που καθυστερούν τις ουκρανικές δυνάμεις, παρά την προμήθεια εξελιγμένων αρμάτων μάχης και τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού, σε ένα πεδίο μάχης που εάν κανείς δεν κινηθεί γρήγορα σύντομα γίνεται εύκολος στόχος για επιθέσεις από αέρος.

Αυτό σημαίνει ότι πολύ δύσκολα θα μπορέσουν οι ουκρανικές δυνάμεις να πετύχουν ένα σοβαρό ρήγμα στο μέτωπο, να διασπάσουν τις ρωσικές δυνάμεις, να τις υποχρεώσουν σε μεγάλη υποχώρηση και με αυτόν τον τρόπο να ανακαταλάβουν σημαντικές εκτάσεις.

Και τα πράγματα κάνει ακόμη πιο δύσκολα το γεγονός ότι σύντομα μπαίνουμε στο φθινόπωρο και μετά στον χειμώνα που σημαίνει ότι από ένα σημείο και μετά μεγάλες επιχειρήσεις θα είναι δύσκολα και άρα θα έχουμε πάλι στασιμότητα στη γραμμή του μετώπου.

 

 

Οι επιθέσεις «ψυχολογικού χαρακτήρα» και η πίεση για ισχυρότερα οπλικά συστήματα

Μεγαλύτερη επιτυχία έχει η προσπάθεια των Ουκρανών για χτυπήματα με συμβολικό και «ψυχολογικό χαρακτήρα». Αυτό κυρίως παίρνει τη μορφή των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πλοιάρια που έχουν κατορθώσει μικρά αλλά σημαντικά πλήγματα ακόμη και στη Μόσχα. Βεβαίως, για να αλλάξουν όντως τον συσχετισμό δύναμης αυτές οι επιθέσεις θα πρέπει να πολλαπλασιαστούν και να γίνουν πιο ισχυρές. Διαφορετικά δεν διαμορφώνουν μια συνθήκη όπου η ρωσική κοινωνία θα αισθανόταν ευάλωτη.

Ως ένα βαθμό το ίδιο ισχύει και με τη συνεχή προσπάθεια να πληγούν οι οδικές προσβάσεις στην Κριμαία αλλά και πλοία του ρωσικού στόλου στη Μαύρη Θάλασσα. Τα όποια πλήγματα σίγουρα «πλήττουν το γόητρο», αλλά δεν ανατρέπουν έναν εδαφικό συσχετισμό που έχει διαμορφωθεί.

Αυτό εξηγεί και τη συνεχή πίεση της ουκρανικής πλευράς για πυραύλους με μεγαλύτερο βεληνεκές μια που αυτό θα επέτρεπε πλήγματα σε ρωσικές θέσεις «πίσω από τις γραμμές» ή ακόμη και αρκετά βαθιά πίσω από τα σύνορα, πάλι με τον σκοπό να «μεταφερθεί ο πόλεμος» σε ρωσικό έδαφος. Ωστόσο, πέραν από τη σχετική απροθυμία αρκετών δυτικών χωρών να προσφέρουν τέτοιους πυραύλους, υπάρχει άλλωστε ο φόβος ότι κυρίως θα χρησιμοποιηθούν κατά κατοικημένων περιοχών, και πάλι υπάρχει το ερώτημα εάν κάτι τέτοιο μπορεί να αλλάξει άρδην την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.

Αντίστοιχα, η προμήθεια μαχητικών αεροσκαφών F-16, στην οποία έδωσε το προηγούμενο διάστημα τόσο μεγάλη έμφαση η ουκρανική κυβέρνηση, ναι μεν εν μέρει προχώρησε, όμως εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα ότι η εκπαίδευση των πιλότων θα πάρει αρκετούς μήνες ακόμη, την ώρα που ακόμη και όταν αυτή ολοκληρωθεί δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι ο αριθμός των αεροσκαφών θα είναι επαρκής απέναντι στις σαφώς υπέρτερες ρωσικές αεροπορικές δυνάμεις. 

 

Η Μαύρη Θάλασσα ως πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί έχει ως επιπλέον συνέπεια διαμορφώνεται ένα κλίμα υπέρ της κλιμάκωσης. Αυτό δεν αφορά μόνο τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και το τι θα γίνει με τις περιοχές που είχαν τεθεί εκτός συγκρούσεων, όπως ήταν η Μαύρη Θάλασσα, ιδίως μετά τη συμφωνία για τις εξαγωγές σιτηρών. Η πρόσφατη ρωσική ανακοίνωση ότι δεν πρόκειται να τηρεί πλέον τη συμφωνία και ότι θα αντιμετωπίζει και εμπορικά σκάφη ως εν δυνάμει στόχους, παραπέμπει σε μια σαφή απειλή για πραγματική κλιμάκωση των επιχειρήσεων με τη συμπερίληψη ακριβώς στους «νόμιμους στόχους» όσων μέχρι τώρα εξαιρούνταν, κίνηση που βέβαια απειλεί με συνολικότερη κλιμάκωση του πολέμου.

Ούτως ή άλλως, ιδίως η ρωσική πλευρά πάντα επικαλείται το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης των συγκρούσεων ως επιχείρημα πάνω στο γιατί είναι επικίνδυνη η πολιτική της Δύσης και ο τρόπος που ουσιαστικά παρατείνει τον πόλεμο. 

 

Τα διλήμματα της Δύσης

Την ίδια ώρα στις χώρες της Δύσης αναπτύσσονται διαφορετικά αντανακλαστικά εντός της υποτίθεται κοινής θέση για ολόψυχη και ολόθερμη υποστήριξη της Ουκρανίας.

Στην μεν Ευρώπη δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιου είδους μεγάλη μεταστροφή σε επίπεδο κοινής γνώμης – τουλάχιστον στον Ευρωπαϊκό Βορρά, μια ο Νότος είχε εξαρχής μεγαλύτερα ποσοστά επιφύλαξης απέναντι στον πόλεμο, και τις χώρες της διεύρυνσης. Συμβάλλει σε αυτό και το πώς οι τελευταίες – με την εξαίρεση της Ουγγαρίας – σε γενικές γραμμές διαμορφώνουν σήμερα έναν έντονο αντιρωσικό τόνο που επεκτείνεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και δύσκολα επιτρέπει μεγάλες αλλαγές πολιτικής.

Στις ΗΠΑ, όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Εκεί καταγράφεται μεγαλύτερο ποσοστό απόρριψης του πολέμου και της εμπλοκής των ΗΠΑ σε αυτόν. Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι το συνολικό ποσοστό όσων έχουν επιφυλακτική ή απορριπτική στάση απέναντι στην παραπέρα εμπλοκή είναι πια πλειοψηφικό και αγγίζει το 55%.

Τα πράγματα στις ΗΠΑ επικαθορίζει και το γεγονός ότι πολύ σύντομα οι ΗΠΑ θα μπουν στον εκλογικό κύκλο για τις προεδρικές εκλογές του 2024. Το γεγονός ότι επικρατέστερος υποψήφιος για την προεδρία από τη μεριά των Ρεπουμπλικάνων είναι ο Ντόναλντ Τραμπ σημαίνει ότι συνολικά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μετατοπίζεται σε μια τοποθέτηση πιο επιφυλακτική απέναντι στη συνέχιση του πολέμου και το μεγάλο κόστος που αυτό συνεπάγεται για τις ΗΠΑ. 

 

Η δύσκολη διαπραγμάτευση

Η συνάντηση που έγινε στη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας στις αρχές Αυγούστου και στην οποία πέραν της Ουκρανίας συμμετείχε ένας μεγάλος αριθμός κρατών που προέρχονται από τον «Παγκόσμιο Νότο» και που δεν έχει επιλέξει τον δρόμο των κυρώσεων απέναντι στη Ρωσία είχε σίγουρα τη σημασία του. Αποτύπωνε εκτός των άλλων ότι ακόμη και χώρες που δεν έχουν συστρατευτεί με τη «Συλλογική Δύση» προφανώς και θα επιθυμούσαν κάπως να έκλεινε αυτή η σύγκρουση με όλη την παγκόσμια αποσταθεροποίηση που συνεπάγεται. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ρωσία δεν επέλεξε να καταδικάσει αυτή τη συνάντηση ευθέως.

Όμως, την ίδια στιγμή σε αυτή τη σύνοδο φάνηκε ότι είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει διαπραγμάτευση πάνω στους όρους που θέτει η ουκρανική πλευρά μια που ουσιαστικά σημαίνουν ότι η Ρωσία θα απεμπολήσει εθελούσια όσα έχει κατοχυρώσει με τα όπλα.

Όλα αυτά αποτυπώνουν και τα δύο βασικά εμπόδια αυτή τη στιγμή για να υπάρξει κάποιου είδους ειρηνευτική διαπραγμάτευση. Το πρώτο είναι ότι η Δύση ακόμη επιμένει διακηρυκτικά στη θέση ότι στόχος πρέπει να είναι η «ήττα της Ρωσίας», δηλαδή κάτι που αυτή τη στιγμή μόνο με άμεση δυτική στρατιωτική εμπλοκή – και απρόβλεπτες συνέπειες – θα μπορούσε να καταστεί δυνατό.

Το δεύτερο είναι ότι η τρέχουσα ουκρανική ηγεσία πολύ δύσκολα θα μπορούσε να δεχτεί να πάει σε μια συζήτηση που θα απαιτούσε παραχωρήσεις και συμβιβασμούς από τη μεριά της, εφόσον επιμένει στον στόχο της πλήρους αποκατάστασης της εδαφικής της ακεραιότητας που σε ορισμένες περιπτώσεις, ρητορικά τουλάχιστον, μεταφράζεται σε ένα στόχο ανάκτησης και των περιοχών που πέρασαν στον έλεγχο φιλορωσικών δυνάμεων το 2014.

Βεβαίως κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο λόγος που τόσο η ουκρανική πλευρά όσο οι Δυτικές κυβερνήσεις επιμένουν σε αυτόν τον στόχο είναι ακριβώς ότι πιστεύουν ότι με κατάλληλα επιπλέον οπλικά συστήματα μπορούν να αλλάξουν το συσχετισμό στα πεδία των μαχών. Μόνο που αυτό που είναι που – ως έναν βαθμό τουλάχιστον – διαψεύδεται στην πρόσφατη ουκρανική αντεπίθεση.

Αυτό, όμως, οδηγεί σε μια παράταση της σύγκρουσης και του πολέμου που ταυτόχρονα διαμορφώνει ευνοϊκό έδαφος για κάθε λογής παραλλαγές «κλιμάκωσης». Από τη μεταφορά του πολέμου και στη Μαύρη Θάλασσα σε βάρος των εμπορικών πλοίων έως την λογική ότι πρέπει να χρησιμοποιηθούν ακόμη πιο ισχυρά οπλικά συστήματα. Μόνο που όλα αυτά διογκώνουν και το πραγματικό κόστος αυτού του παρατεταμένου πολέμου.