Στην πράξη η διεύρυνση της ΕΕ αργεί ακόμη

Παναγιώτης Σωτήρης

Φαινομενικά η ΕΕ βρίσκεται στο «παραπέντε» ενός μεγάλου νέου κύματος διεύρυνσης. Ύστερα από την εκκίνηση της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» της Ρωσίας σε βάρος της Ουκρανίας, η τελευταία απέκτησε με ταχύτατους ρυθμούς καθεστώς υποψηφίους προς ένταξη μέλους, με τη διαδικασία αυτή να παρουσιάζεται ως κορυφαία ένδειξη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης απέναντι στον ρωσικό «επεκτατισμό». Πρόσφατα – και με σχετικά ανάλογο σκεπτικό – και η Μολδαβία θεωρήθηκε ότι επείγει να ενταχθεί, ενώ ανοιχτή παραμένει προφανώς και η διαδικασία για τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων, που άλλωστε έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετά χρόνια. Για την Ουκρανία μάλιστα με πανηγυρικό τρόπο αποφασίστηκε και η έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας με ταχείς ρυθμούς. Ακόμη και η Γεωργία απέκτησε καθεστώς υποψηφίου μέλους.

Σε επίπεδο δημόσιων τοποθετήσεων οι Ευρωπαίοι ηγέτες θεωρούν αυτονόητη τη διεύρυνση και επαναλαμβάνουν τα ίδια επιχειρήματα υπέρ της σημασίας της.

Ωστόσο, στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι αρκετά πιο σύνθετα και κυρίως δύσκολα, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι η διαδικασία της ένταξης περιλαμβάνει ότι για να ανοίξει κάθε ένα από τα 35 κεφάλαια της ενταξιακής διαπραγμάτευσης πρέπει και οι 27 χώρες-μέλη της Ένωσης να συμφωνήσουν ότι το υποψήφιο μέλος είναι έτοιμο για το επόμενο βήμα.

Συχνά αποδεικνύεται ότι αυτό δεν είναι καθόλου δεδομένο. Η περίπτωση της Τουρκίας είναι από αυτή την άποψη ιδιαίτερα διδακτική, εάν σκεφτούμε ότι η ενταξιακή διαδικασία ξεκίνησε το 2004, όντως όμως αρκετά υπονομευμένη εξαρχής, εάν αναλογιστούμε ότι πολύ νωρίς χώρες όπως η Γαλλία εμμέσως πλην σαφώς έκαναν σαφές ότι ανεξαρτήτως των επιμέρους ζητημάτων της ενταξιακής διαδικασίας, δεν θεωρούσαν θεμιτό να διευρυνθεί η Ένωση με μια τόσο πολυπληθή κατά βάση μουσουλμανική χώρα.

 

Το αγκάθι των κονδυλίων

Έπειτα υπάρχει πάντα ένα οικονομικό αγκάθι. Δεν είναι η Νορβηγία που χτυπάει την πόρτα της ΕΕ, δηλαδή μια χώρα με ιδιαίτερα ισχυρή οικονομία και υψηλό κατά κεφαλή ΑΕΠ, αλλά χώρες κατά τεκμήριο πολύ φτωχότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Μόνο που αυτό τις καθιστά υποψήφιους αποδέκτες των κονδυλίων που έχει η ΕΕ για την κοινωνική συνοχή και τα οποία δίνονται στις περιφέρειες που θεωρούνται φτωχότερες, με υπαρκτό ενδεχόμενο αυτά να αφαιρεθούν από άλλες χώρες που τις θεωρούσαν δεδομένες. Αντίστοιχα, μιλάμε – ιδίως για την περίπτωση της Ουκρανίας – για χώρες που είναι αγροτικές και άρα θα διεκδικήσουν και σημαντικό μέρος των κοινοτικών αγροτικών επιδοτήσεων. Ενδεικτικά η καλλιεργήσιμη έκταση της Ουκρανίας είναι ίση με το 25% της καλλιεργήσιμης έκτασης της ΕΕ σήμερα, οπότε μπορούμε να κατανοήσουμε τον νέο συσχετισμό που διαμορφώνεται.

Προφανώς και ιδίως το οικονομικό ζήτημα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί εάν οι ευπορότερες χώρες της ΕΕ, αυτές που έχουν καθαρή συνεισφορά (δηλαδή συνεισφέρουν στον κοινοτικό προϋπολογισμό περισσότερα από όσα λαμβάνουν από ευρωπαϊκά κονδύλια), είναι διατεθειμένες να πληρώσουν περισσότερο. Ωστόσο, η πρόσφατη εμπειρία, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη διαπραγμάτευση για το Ταμείο Ανάκαμψης έδειξε ότι κάθε άλλο παρά διατεθειμένες είναι οι ευπορότερες χώρες να βάλουν το χέρι πιο βαθιά στην τσέπη.

 

Πολιτικά εμπόδια

Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο την διακρατική διαπραγμάτευση, αλλά και τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στα κράτη-μέλη. Κυβερνήσεις χωρών που μπορεί να καταλήξουν να είναι από τις «χαμένες» οικονομικά, μπορεί να φοβηθούν τη διαμόρφωση αρνητικού κλίματος σε επίπεδο κοινής γνώμης. Και ας μην ξεχνάμε ότι σε μια Ευρώπη όπου δυστυχώς ήδη η ακροδεξιά έχει επιβάλει μεγάλο μέρος της δικής της αντιμεταναστευτικής ατζέντας, η διεύρυνση αντιμετωπίζεται εν μέρει και ως ενδεχόμενο μεγάλων μετακινήσεων εργαζομένων από αυτές τις χώρες προς τις πιο αναπτυγμένες (στοιχείο για παράδειγμα που συζητήθηκε και στη Βρετανία στην περίοδο γύρω από το δημοψήφισμα για το Brexit).

Για παράδειγμα, στην Ολλανδία είχαμε τη σημαντική εκλογική επιτυχία του ακροδεξιού Γκεέρτ Βίλντερς, ενός πολιτικού που κατεξοχήν έχει τοποθετηθεί κατά των αυξημένων ολλανδικών πληρωμών στην ΕΕ (η Ολλανδία είναι χώρα που δίνει πολύ περισσότερα από όσα εισπράττει), και ήδη υπάρχει ανησυχία ότι εάν αποτελέσει τμήμα της επόμενης κυβέρνησης θα διακυβευτεί τμήμα των ποσών που η ΕΕ θέλει για βοήθεια στην Ουκρανία και για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.

Έπειτα υπάρχει το πρόβλημα με τη θεσμική μεταρρύθμιση της ΕΕ. Μια ΕΕ των 35, εάν συνυπολογίσουμε την Ουκρανία, τη Μολδαβία και το σύνολο των έξι χωρών των Δυτικών Βαλκανίων που επιθυμούν την ένταξη, απαιτεί προφανώς ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας και απόφασης. Όμως, αυτό φέρνει τις χώρες-μέλη αντιμέτωπες με τη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ που διαρκώς εξαγγέλλεται – κατά προτίμηση στην εκκίνηση του εκάστοτε πενταετούς κύκλου των ευρωπαϊκών θεσμών – και ουδέποτε υλοποιείται.

Από την άλλη, η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ δεν μπορεί να οριστεί απλώς και μόνο με όρους γεωπολιτικής προσχώρησης, παρότι κατά καιρούς αντιμετωπίζεται, ακόμη και σε επίπεδο προσωπικού της ΕΕ, η ένταξη ως ολοκλήρωση της συμμετοχής στην «Δύση» σε συνέχεια της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Η εμπειρία με την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία έδειξε όλα τα προβλήματα που υπήρχαν με τις «μετακομμουνιστικές» χώρες ως προς το κράτος δικαίου, είτε σε σχέση με τις παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη, είτε σε σχέση με ενδημικά φαινόμενα διαφθοράς.

Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι εύκολο οι χώρες που σήμερα είναι υποψήφιες να αποδείξουν ότι πληρούν όλα τα κριτήρια και αυτό εξηγεί την καθυστέρηση της διαδικασίας, ιδίως από τη στιγμή που κάθε καθυστέρηση διευκολύνει τις χώρες μέλη να αποφεύγουν το πολιτικό κόστος, αλλά και να προετοιμάζουν την κοινή τους γνώμη για τη διεύρυνση. Άλλωστε, ο άγραφος κανόνες στις Βρυξέλλες είναι «ποτέ μην χάνεις την ευκαιρία να αναβάλεις μια δύσκολη απόφαση». Ακόμη και όταν αγορεύεις με τον πιο ένθερμο τρόπο υπέρ της άμεσης λήψης της.