Εμπόριο ποινικής αυστηρότητας
Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεση την υπό όρους αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις. Κυρίως αυτές επικεντρώθηκαν στην εκ των πραγμάτων κατάργηση της αρχής της ευμενέστερης ρύθμισης, στον τρόπο που διατυπώθηκε η απαίτηση μεταμέλειας, αλλά και στο ίδιο το γεγονός ότι αναιρέθηκε μια απόφαση απόλυσης υπό όρους μετά από 24 χρόνια έκτισης ποινής και ένα χρόνο πριν τη συμπλήρωση της 25ετίας που εκ των πραγμάτων θεωρείται το ανώτατο όριο έκτισης ποινής.
Όμως, υπάρχει και μια διάσταση στην οποία δεν δόθηκε όση σημασία έπρεπε κατά τη γνώμη μου. Η συγκεκριμένη απόφαση δεν ήταν απλώς μια δικαστική κρίση για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Βασίστηκε πάνω στις αλλαγές που έχουν γίνει στον ποινικό κώδικα τα τελευταία χρόνια και οι οποίες ως κοινό παρονομαστή έχουν την αυστηροποίηση των ποινών συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των των ελάχιστων ορίων έκτισης αυτών. Μία από αυτές τις αλλαγές ήταν και η πρόβλεψη ότι η απόλυση υπό όρους για όσους έχουν πολλαπλές καταδίκες για ισόβια θα είναι δυνατή μόνο μετά τη συμπλήρωση εικοσιπενταετίας.
Η αντίληψη ότι αυτό που χρειαζόμαστε για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας είναι αυστηρότεροι νόμοι και μεγαλύτερες ποινές, υπάρχει στη δημόσια σφαίρα εδώ και καιρό, κάτι που φάνηκε και όταν συζητιούνταν αυτές οι αλλαγές. Και προφανώς η αυστηρότητα απέναντι σε κάποιον που έχει βαριές καταδίκες για υποθέσεις τρομοκρατίας, είναι κάτι που εντάσσεται σε αυτή την κατεύθυνση και εύκολα μπορεί να δικαιολογηθεί από όσους τις έχουν υποστηρίξει.
Άλλωστε, εδώ και καιρό αποτελεί «σήμα κατατεθέν» τόσο της Κεντροδεξιάς, όσο και χώρων πιο δεξιά η διεκδίκηση της αυστηροποίησης του ποινικού πλαισίο ως του μόνο δρόμου για να επιστρέψει ένα «αίσθημα ασφάλειας» στον πολίτη.
Επιπλέον, έχει γίνει εδώ και δεκαετίες σαφές ότι ο «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός» μια χαρά μπορεί να συνδυάζεται με τον αυταρχισμό, την έμφαση στην κατασταλτική λειτουργία του κράτους και την υπόσχεση «νόμου και τάξης».
Σε τελική ανάλυση όσο περισσότερο το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα απομακρύνεται από οποιαδήποτε υπόσχεση κοινωνικής αναδιανομή και όσο βαθαίνουν τα ρήγματα στην κοινωνική συνοχή, τόσο περισσότερο η ίδια πολιτική αναδιπλώνεται από την προσφορά ευημερίας, στην απλή παροχή ασφάλειας απέναντι στις κάθε είδους «απειλές», από την «εγκληματικότητα» ως τα «Εξάρχεια».
Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται ακόμη και το θέμα της θανατικής ποινής στη δημόσια σφαίρα, όπως και η λογική ότι η ποινή δεν αποσκοπεί μόνο στην αποτροπή και τον σωφρονισμό αλλά και στην ανταπόδοση.
Όμως, πλάι σε αυτή την μετατόπιση του κυρίαρχου λόγου έχει ενδιαφέρον και μια ορισμένη αμηχανία της Αριστεράς απέναντι σε αυτά ζητήματα. Προφανώς και οι περισσότερες τάσεις της Αριστεράς έχουν τοποθετηθεί επικριτικά απέναντι στη συνολικότερη λογική της κυβερνητικής αντιεγκληματικής πολιτικής. Όμως, μια ορισμένη διεκδίκηση ποινικής αυστηρότητας έχει υπάρξει και από τα αριστερά.
Σίγουρα, ως ένα βαθμό αυτό φαίνεται αναγκαίο. Η αναγνώριση ως ποινικών αδικημάτων παραβατικών και παραβιαστικών συμπεριφορών, που μέχρι τώρα γίνονταν ανεκτές (ενδεικτική η αναγκαία διεύρυνση του ορισμού του βιασμού), η αναμέτρηση με το πρόβλημα των ευθυνών σε περιπτώσεις μη τήρησης προβλεπόμενων μέτρων ασφάλειας, η ορθή αναγνώριση ότι οι γυναικοκτονίες αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή έμφυλης βίας και όχι «εγκλήματα πάθους», η διεύρυνση και κατοχύρωση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας υπήρξαν ώριμες διεκδικήσεις και απάντησαν σε ζητήματα απέναντι στα οποία ο ποινικός νόμος όπως και η πρακτική των δικαστηρίων εθελοτυφλούσαν.
Όμως, αυτό πρέπει να μεταφραστεί και σε επένδυση ότι μεγαλύτερες ποινές θα κάνουν τον κόσμο καλύτερο; Εντάσσεται σε μια προοδευτική αντίληψη το «να τους κλείσουν μέσα και να πετάξουν το κλειδί»; Περιλαμβάνει μια δημοκρατική πολιτική για τη δικαιοσύνη έννοιες όπως η ανταπόδοση ή η πεποίθηση ότι κάποιος είναι τόσο εγκληματικός στη φύση του ώστε δεν μένει τίποτα άλλο παρά η εσαεί «απόσυρσή» του από την κοινωνία; Εντάσσεται σε μια προοπτική χειραφέτησης το «ισόβια για» που ενίοτε βρίσκει το δρόμο του ακόμη και σε πολιτικές αφίσες;
Γνωρίζω ότι υπάρχουν φωνές και οργανωμένες συλλογικότητες που έχουν κάνει σαφές ότι δεν συντονίζονται με τέτοιες κατευθύνσεις. Ενδεικτική η οριοθέτηση φεμινιστικών ομάδων απέναντι στον «ποινικό φεμινισμό». Όμως, το πρόβλημα ενός συνολικότερου κλίματος παραμένει.
Η πραγματικότητα είναι ότι όπως δείχνει και το παράδειγμα των ΗΠΑ οι αυστηρότερες ποινές βοηθούν τις προεκλογικές εκστρατείες δεξιών πολιτικών, όμως δεν λύνουν προβλήματα και συνήθως δημιουργούν νέα, ξεκινώντας από φαινόμενα όπως η υπερεκπροσώπηση συγκεκριμένων κοινωνικών κατηγοριών μεταξύ των κρατουμένων (μετανάστες ή μειονότητες). Η υπερστοχοποίηση των Ρομά ως «επικίνδυνης τάξης» είναι στα καθ’ ημάς προάγγελος τέτοιων τάσεων. Και βέβαια η υπερεπένδυση στην ποινική καταστολή συνεπάγεται αναπόφευκτα και μεγαλύτερη επένδυση στα σώματα καταστολής, άρα μεταφορά πόρων προς την αστυνομία, πόρων που θα μπορούσαν να διατεθούν στη στήριξη του κοινωνικού κράτους (κάτι που εκτός των άλλων θα οδηγούσε και στην αντιμετώπιση μερικών εκ των αιτιών της εγκληματικότητας).
Το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν γίνεται στην ίδια κλίμακα με άλλες χώρες η συζήτηση για όλα αυτά, δηλαδή δεν συζητιέται, τουλάχιστον από την Αριστερά και στην κλίμακα που θα αναλογούσε, η μείωση των ποινών ως αυτονόητη πλευρά μιας αναγκαίας μεταρρύθμισης του ποινικού συστήματος, η βελτίωση των συνθηκών στις φυλακές, οι εναλλακτικές μορφές έκτισης των ποινών και οι πρακτικές επανένταξης, και η άρση των διαφόρων «ιδιωνύμων» που σωρεύονται, είναι ενδεικτικό του προβλήματος. Μόνο που όσο περισσότερο η συζήτηση διεξάγεται στο έδαφος της αυστηροποίησης των ποινών, τόσο περισσότερο θα παγιώνεται εκ των πραγμάτων μια δεξιά ηγεμονία στα ζητήματα της ποινικής πολιτικής. Και τόσο περισσότερο θα βλέπουμε την «ασφάλεια» να προκρίνεται σε βάθος της δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων.